Συχνές ερωτήσεις

Συχνές ερωτήσεις

Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα. Από την διάγνωση στην θεραπεία.

Το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα (ΣΚΣ) αποτελεί την συχνότερη πιεστική νευροπάθεια στον ανθρώπινο οργανισμό. Η μηχανική πίεση που ασκείται στο μέσο νεύρο, στο επίπεδο του καρπού, εκδηλώνεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νευραλγίας στην άκρα χείρα.

Κύρια χαρακτηριστικά είναι καταρχήν ο καυστικός πόνος στην παλαμιαία επιφάνεια του καρπού, ο οποίος προοδευτικά δεν ανταποκρίνεται στα παυσίπονα. Μειωμένη αισθητικότητα στον αντίχειρα, στον δείκτη, στον μέσο δάκτυλο και στην κερκιδική πλευρά του παραμέσου, η οποία μπορεί να καταλήξει σε πλήρη αναισθησία. Αίσθημα ηλεκτρισμού, μείωση δύναμης, αδυναμία δραγμού (σχηματισμός γροθιάς), απώλεια ισχυρής σύλληψης είναι στοιχεία ενδεικτικά της νόσου.

Η λεπτομερής κλινική εξέταση, σε συνδιασμό με την λήψη του ιστορικού του ασθενούς θέτει την διάγνωση του ΣΚΣ. Συνεργικά η πραγματοποίηση ηλεκτρομυογραφήματος (ΗΜΓ) κρίνεται αναγκαία.

Το ΗΜΓ είναι εσφαλμένα αρνητικό σε ποσοστό 30-35% των περιπτώσεων. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής πάσχει αλλά αυτο δεν δύναται να καταγραφεί.

Νάρθηκας καρπού, Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη, έγχυση κορτιζόνης είναι τα συνηθέστερα μέσα συντηρητικής αντιμετώπισης, με χρήση ΜΟΝΟ στα αρχικά στάδια της νόσου. Το ποσοστό ανταπόκρισης στην συντηρητική θεραπεία είναι μικρότερο του 30%.

Το χαμηλό ποσοστό ανταπόκρισης στα συντηρητικα μέσα, η πιθανότητα κινητικών και αισθητικών μόνιμων διαταραχών σε συνδιασμό με την μηχανική αιτία της πάθησης, καθιστούν την χειρουργική επέμβαση αναγκαία.

Ο πρώτος μήνας μετά το χειρουργείο αποτελεί την κύρια μετεγχειρητική περίοδο. Συνίσταται σε ήπια δραστηριότητα και αποφυγή άρσης βάρους.

Η καθυστέρηση στην επαναφορα της αίσθησης σχετίζεται άμεσα με την καθυστέρηση της διάγνωσης και της χειρουργικής επέμβασης. Εάν ο ασθενής προσέλθει με εγκατεστημένη διαταραχή αίσθησης, τότε ο χρόνος επανάκαμψης του νεύρου μπορεί να είναι από 6-12 μήνες.

Εαν μετά την χειρουργική αποσυμπίεση του μέσου νεύρου τα συμπτώματα δεν υποχωρούν (π.χ. νυχτερινό άλγος) τότε η επέμβαση δεν θεωρείται επίτυχης. Επίσης σε ποσοστό <1% παρατηρείται ουλώδης ιστός, που απαιτεί επανεπέμβαση.

Η χειρουργική αποσυμπίεση του μέσου νεύρου αποτελεί κλασσική χειρουργική τεχνική, με τοπική αναισθησία, ταχύ χειρουργικό χρόνο για χειρουργούς άνω άκρου και γρήγορη διακίνηση μεταξύ νοσοκομείου και χειρουργικής αίθουσας.

Αρθρίτιδα αντίχειρα ή βασική αρθρίτιδα. Από την διάγνωση στην θεραπεία.

Η εκφύλιση του χόνδρου στην μετακαρπο-φαλαγγική άρθρωση στην βάση του αντίχειρα, με ταυτόχρονη διαταραχή της μηχανικής λειτουργείας του αντίχειρα,  που εκδηλώνεται με κύριο σύμπτωμα τον πόνο, ονομάζεται βασική αρθρίτιδα.

Το γυναικείο φύλο, σε συνδιασμό με την χαλάρωση των συνδέσμων, εμφανίζει τη νόσο σε σχέση με τους άντρες σε αναλογία 6:1. Με την αύξηση της ηλικίας και την ταυτόχρονη υπέρχρηση, αναλόγως των χαρακτηριστικών της εργασίας, αυξάνει και η νοσηρότητα. Προηγούμενοι τραυματισμοί και αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η Ρευματοειδής αρθρίτιδα, σχετίζονται με ποσοστά που ξεπερνούν το 30% όσον αφορά την εμφάνιση της βασικής αρθρίτιδας του αντίχειρα.  

Μολονότι η χρήση των κινητών τηλεφώνων, και κυρίως των λεγόμενων έξυπνων συσκευών (smartphones), αποτελεί φαινόμενο των τελευταίων 20 ετών, οι πρώτες μελέτες δεν είναι ενθαρρυντικές. Η καθημερινή υπέρχρηση, με την ταυτόχρονη έναρξη χρήσης κινητών σε ολοένα και μικρότερη ηλικία, φαίνεται να οδηγεί σε εμφάνιση της νόσου σε νεαρότερες ηλικίες.

Κύριο σύμπτωμα είναι ο πόνος προσπάθειας στην βάση του αντίχειρα, ο οποίος καθώς η πάθηση εξελίσσεται μετατρέπεται σε πόνο ηρεμίας. Ταυτόχρονα εμφανίζεται και  η αδυναμία πραγμάτωσης απλών καθημερινών εργασιών, π.χ. το γύρισμα των κλειδιών στην πόρτα ή το άνοιγμα του πώματος ενός μπουκαλιού. Οίδημα, αδυναμία δραγμού (γροθιάς) και παραμόρφωση του αντίχειρα εκδηλώνονται σε διάφορα στάδια της πάθησης. 

Η διάγνωση αποτελεί ρουτίνα για εξειδικευμένους χειρουργούς Άνω άκρου. Η κλινική εικόνα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με την λεπτομερή κλινική εξέταση, και την χρήση απλών ακτινογραφιών ορίζει με σαφήνεια τη νόσο. Ταυτόχρονα αποκλείει την πιθανότητα λανθασμένης συσχέτισης με τενοντίτιδες ή νευραλγίες του κερκιδικού νεύρου.

Σε αρχικά στάδια της νόσου η χρήση παυσιπόνων, Μη Στεροειδών Αντιφλεγμονωδών Φαρμάκων και οι ειδικοί νάρθηκες ανάπαυσης βοηθούν στην ύφεση των συμπτωμάτων. Με επιτυχία επίσης χρησιμοποιούνται και οι τοπικές εγχύσεις κορτιζόνης-ξυλοκαΐνης, υαλουρονικού οξέος ή PRP (Platelet Rich Plasma).

Η αποτυχία της συντηρητικής αγωγής, η παραμόρφωση του αντίχειρα και η αδυναμία επιτελέσης καθημερινων απλών δραστηριοτήτων οδηγεί σε χειρουργική επέμβαση.

Οι επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της βασικής αρθρίτιδας πραγματοποιούνται με γνώμονα τις ιδιαίτερες αναγκές, τις απαιτήσεις και την παθολογία του εκάστοτε ασθενούς. Φυσικά και διαφέρει η αντιμετώπιση ενός χειρωνάκτη 40 ετών από μία ασθενή μεγαλύτερη των 70 ετών και με πιθανές συνοδές νόσους(π.χ καρδιοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη).

Κύριος στόχος των επεμβάσεων για την αρθρίτιδα του αντίχειρα είναι η εξάλειψη του πόνου ηρεμίας ή προσπάθειας του αντίχειρα. Ταυτόχρονα επιδιώκεται η άρθρωση να ανακτήσει και τμήμα της σταθερότητάς της, ώστε να πραγματοποιούνται με ασφάλεια οι λειτουργίες του χεριού. Αυτό που δεν δύναται να αποκατασταθεί είναι η πλήρης επαναφορά της δύναμης σύλληψης, στην προηγούμενη της παθήσεως κλινική κατάσταση.

Δυσκαμψία δακτύλου (Stiff finger)

Κάθε διαταραχή του εύρους κίνησης ενός δακτύλου αναφέρεται ως δυσκαμψία.

Stiff finger

Η πάθηση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ανατομική θέση του χεριού. Ανάλογα με το αίτιο το δέρμα, οι σύνδεσμοι, οι τένοντες , οι μύες και τα οστά, μεμονωμένα ή σε συνδιασμούς επηρρεάζουν την τελική κίνηση του δακτύλου.

Οι ανατομικές δομές των δακτύλων είναι τόσο ευαίσθητες, ώστε ακόμα και κακώσεις χαμηλής βίας, μπορούν να προκαλέσουν δυσκαμψία. Παθήσεις όπως η νόσος Depuytren ή ο εκτινασσόμενος δάκτυλος (trigger finger), κατάγματα μετακαρπίων ή φαλάγγων, θλαστικά τραύματα άκρας χειρός, εγκαύματα, όγκοι της άκρας χειρός, λοιμώξεις μαλακών μορίων είναι μερικά παραδείγματα νόσων που μπορούν να οδηγήσουν σε δυσκαμψία.  

Τόσο οι αρθρώσεις μεταξύ των φαλάγγων (φαλαγγο-φαλαγγικές), όσο και η άρθρωση μετακαρπίου-φάλαγγας (μετακαρπιοφαλαγγική)

Πόνος, οίδημα, ερυθρότητα και κυρίως διαταραχή πλήρους κάμψης ή έκτασης του δακτύλου. Αδυναμία σύλληψης ή αδύναμη σύλληψη είναι χαρακτηριστικά της πάθησης.

Καταρχήν η κατάλληλη και στοχευμένη κινησιοθεραπεία αποτελεί πρωταρχική θεραπευτική προσέγγιση. Κατά δεύτερον η χρήση εξειδικευμένων στατικών και δυναμικών ναρθηκών προσφέρει ικανές δυνατότητες θεραπείας.

Η αποτυχία της συντηρητικής θεραπείας, οι σύμπλοκες βλάβες των δακτύλων, προηγούμενα χειρουργεία, καθώς και οι ιδιαίτερες καθημερινές απαιτήσεις του κάθε ασθενούς είναι παράγοντες που οδηγούν στην χειρουργική αντιμετώπιση της δυσκαμψίας.

Τενοντόλυση , αρθρόλυση, θυλακοπλαστική, πλαστική δέρματος αποτελούν τις συνηθέστερες τεχνικές αντιμετώπισης της δυσκαμψίας δακτύλων, είτε σαν μονοθεραπεία, είτε σε συνδιασμό. Σε κάθε περίπτωση τόσο ο ασθενής, όσο και ο χειρουργός πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για ένα συνδιασμό θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Η μεγάλη καθυστέρηση διάγνωσης, οι λανθασμένες προηγούμενες θεραπείες, οι πολυπλοκότητα της δυσκαμψίας, τα πολλαπλά χειρουργεία, η μη συμμόρφωση του ασθενούς κατά την μετεγχειρητική περίοδο είναι μερικοί από τους παράγοντες που μπορεί να επηρρεάσουν αρνητικά το τελικό αποτέλεσμα. Αντίθετα η έγκαιρη διάγνωση και η αντιμετώπιση από εξειδικευμένο χειρουργό Χεριού, σε συνδιασμό με συνεχή συνεργικότητα ασθενούς και χειρουργού βελτιώνου το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Άσηπτη νέκρωση μηνοειδούς οστού (Νόσος Kienbock)

Η νόσος Kienbock, γνωστή ως άσηπτη νέκρωση του μηνοειδούς, είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η αιμάτωση του μηνοειδούς οστού, ενός εκ των οκτώ οστών του καρπού, διακόπτεται. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε νέκρωση του μηνοειδούς οστού.

Η αιτιολογία της νόσου ποικίλει. Τραυματισμός του καρπού (μεμονωμένος ή επαναλαμβανόμενος), ανατομικές παραλλαγές (π.χ. μακρύτερο ωλένιο οστό), αιματολογικές παθήσεις (π.χ. δρεπανοκυτταρική αναιμία), η χρόνια λήψη κορτιζόνης είναι τα συνηθέστερα αίτια διαταραχής της αιμάτωσης του μηνοειδούς οστού.

Η νόσος φαίνεται να προσβάλει κυρίως άντρες μεταξύ 20-40 ετών, αθλητές ή χειρωνάκτες εργάτες.

Πόνος στον καρπό, κυρίως στην κίνηση, οίδημα και δυσκαμψία του κάρπου αποτελούν τα κύρια σημεία εκδήλωσης της νόσου.

Το ιστορικό και η ακριβής κλινική εξέταση θέτουν την υποψία της νόσου. Ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία προσδιορίζουν με ακρίβεια την πάθηση.

Η φυσική πορεία της νόσου οδηγεί σε διαφόρου τύπου αρθρίτιδα του καρπού. Τα 4 στάδια της νόσου καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τις θεραπευτικές επιλογές.

Σε αρχικά στάδια η χρήση ειδικού νάρθηκα ακινητοποίησης, φαρμακευτική αγωγή και ειδική φυσικοθεραπεία μπορεί να έχουν εφαρμογή.

Το στάδιο της νέκρωσης του μηνοειδούς, η αρθρίτιδα των οστών του καρπού, η κλινική εικόνα και οι ανάγκες του ασθενούς προσδιορίζουν το χρόνο χειρουργικής επέμβασης, όπως και τον τύπο χειρουργείου.

Οι χειρουργικές επεμβάσεις για την αποκατάσταση της νόσου Kienbock απαιτούν υψηλό δείκτη ειδίκευσης του χειρουργού στις επεμβάσεις άκρας χειρός με μικροχειρουργικές τεχνικές, χρήση μεγέθυνσης (λούπες / μικροσκόπιο) και άριστη συνέπεια από μέρους του ασθενούς στις μετεγχειρητικές οδηγίες.

Ο συνηθέστερος χρόνος αποθεραπείας διαρκεί από 6-8 μήνες, με σταδιοποιημένη και καθημερινή κινησιοθεραπεία.

Ρήξη ωλένιου πλάγιου συνδέσμου αντίχειρα (Gamekeeper’s thumb/Skier’s thumb)

Ο ωλένιος πλάγιος σύνδεσμος του αντίχειρα αποτελεί μία ισχυρή συνδεσμική δομή, στην βάση και έσω επιφάνεια του αντίχειρα. Είναι ο ισχυρότερος σταθεροποιητής του αντίχειρα, που αντιστέκεται στην κερκιδική απόκλιση.

skier's thumb

Η ρήξη είναι αποτέλεσμα άσκησης ισχυρής δύναμης με κερκιδική απόκλιση. Έτσι μία απλή πτώση με την παλάμη ανοικτή και με στήριξη στον αντίχειρα, είναι ο συχνοτέρος τρόπος τραυματισμού πολλών αθλητών, όπως ποδοσφαιριστές, πολίστες, αθλητές πάλης, παίκτες basketball ή  volleyball. Στην περίπτωση των σκιερ η πτώση με στήριξη και παγίδευση στο μπαστούνι του σκι, επιφέρει ρήξη του ωλένιου πλάγιου συνδέσμου.

Πόνος στην βάση του αντίχειρα, τόσο κατά την κίνηση, όσο και στην ψηλάφηση είναι χαρακτηριστικό της κάκωσης. Αδυναμία ισχυρής σύλληψης και κερκιδική απόκλιση του αντίχειρα. Σπάνια παρατηρείται και αιμάτωμα. Η χρήση παυσιπόνων δεν βελτιώνει τον πόνο.

Η κλινική εξέταση από έμπειρο χειρουργό Χεριού προσδιορίζει την κάκωση. Οι απλές και δυναμικές ακτινογραφίες συμπληρώνουν την διάγνωση, ενώ επί αμφιβολιών η χρήση της Μαγνητικής Τομογραφίας κρίνεται απαραίτητη.

Οι ρήξεις χαρακτηρίζονται οξείες ή χρόνιες. Στην περίπτωση των οξέων ρήξεων διακρίνονται 3 τύποι ανάλογα με το ποσοστό κάκωσης του συνδέσμου.

Οι χρόνιες ρήξεις συνοδεύονται από πολύπλοκα και λεπτά χειρουργεία, στα οποία μπορεί να απαιτηθεί η χρήση μοσχεύματος.

Χρήση νάρθηκα ακινητοποίησης για 4-6 εβδομάδες.

Αστάθεια, δυσμορφία, αδυναμία δραγμού (γροθιά) και σύλληψης, αρθρίτιδα, αποχή από αθλητικές δραστηριότητες, με σταθερό πόνο στις κινήσεις του αντίχειρα είναι οι συνηθέστερες βλάβες, που ακολουθούν την μη ανατομική αποκατάσταση του ωλενίου συνδέσμου του αντίχειρα.

Εκτενής ρήξη του συνδέσμου με ταυτόχρονη αστάθεια, αποτυχία  της συντηρητικής θεραπείας, επαναρήξη ή ρήξη σε αθλητές υψηλών απαιτήσεων οδηγούν τον ασθενή σε χειρουργική αποκατάσταση.

Ο χρόνος αποθεραπείας κυμαίνεται από 4-6 μήνες μετεγχειρητικά. Λειτουργικά ο αντίχειρας θεωρείται σταθερός στους 6 μήνες.

error: